ΛΑΒΑΡΑ

April 1, 2008

ΛΑΒΑΡΑ

Πληθυσμός : 2.173 κάτοικοι

Σχετική θέση : 78 χλμ. Β.Α. της Αλεξ/λης και 13 χλμ Β.Α. από Σουφλί.

Τοπικές Γιορτές : 26 Οκτωβρίου Αγ. Δημήτριος, 29 Ιουνίου Πέτρου και Παύλου (Κισσάριο)

Γενικά : Το όνομα του το χωριό το πήρε από το Λάβαρο (κυανό με μαύρο σταυρό στη μέση) που σήκωσαν 300 άνδρες στις 2 Μαϊου 1821, ημέρα Ανακομιδής των Λειψάνων του Αγίου Αθανασίου, παγιδεύοντας τον πολυάριθμο Τουρκικό στρατό στο δάσος “ ΚΟΥΡΙ ” και αφού τους επιτέθηκαν νύχτα τους διέλυσαν. Επί δύο ημέρες οι Τούρκοι πανικόβλητοι προσπαθούσαν να βγουν από το δάσος και όσοι γλίτωσαν πήγαν στο ορεινό χωριό Μαυροκκλήσι. Το 1834 οι κάτοικοι χτίζουν την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου και το 1920 η επιτροπή μετονομασιών σε ανάμνηση της ηρωικής μάχης ονομάζει το χωριό Λάβαρα.

Παλιότερα λεγόταν “Σάλια” από τα επίπεδα καράβια που διέσχιζαν τον Έβρο. Άλλη εκδοχή, είναι ότι προέρχεται από το “Σαλ = ελεύθερος” διότι οι κάτοικοι δεν πλήρωναν φόρους στους Τούρκους αλλά είχαν μόνο την υποχρέωση να φροντίζουν και να εκπαιδεύουν τα άλογα της φρουράς των Σουλτάνων.

Είναι βέβαιο ότι το χωριό έχει κατοικηθεί πριν την ίδρυση του Βυζαντίου. Πίσω από το ιερό της εκκλησίας υπάρχουν ταφόπλακες με δυσανάγνωστη γραφή. Οι τάφοι στους γύρω λόφους και στην περιοχή “Βιστέρνα = δύο δεξαμενές”, ενισχύουν αυτή την άποψη.

Σήμερα μπορούμε να δούμε την πέτρινη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (Βασιλικού ρυθμού-1834) Β.Δ. του χωριού, τη νεότερη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής 1χλμ Β.Δ. του χωριού.

Ο Επιμορφωτικός Σύλλογος Λαβάρων έχει ανατυπώσει με τη συγκατάθεση του κ. Αποστόλου Π. Ευθυμιάδη, ορισμένα κεφάλαια του βιβλίου “Η Θράκη και ο Έβρος πρωτοπόροι εις τους αγώνες της φυλής μας”, με τίτλο “Η προσφορά των Λαβάρων Έβρου στους αγώνες του έθνους μας (1821-1920)”.

Advertisements

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΒΑΡΩΝ

April 1, 2008

Αληθινή κωμόπολη τα Λάβαρα, τούτο το κεφαλοχώρι με την νέα του εκκλησία πλάϊ στο δρόμο και το μεγαλόπρεπο κτίριο του σχολείου να φαίνεται χιλιόμετρα μακριά. Καινούρια η εκκλησία αλλά παλιό και ιστορικό το χωριό μια και μνημονεύεται ως κεφαλοχώρι από τον Εβλιγιά Τσελεμπή στα 1667. Σαλτήκιοϊ το παλιό του όνομα των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Από τους παλιούς διαβασμένους του χωριού ο Πασχάλης Μαλιαδάς, αποδίδει την ονομασία του στο ότι στα παλιά τα χρόνια, εδώ στο χωριό και πλάι στον Έβρο, υπήρχαν συνεργεία με μαστόρους που κατασκεύαζαν τα “Σάλια”, τα παλιά φαρδιά καράβια με τις επίπεδες καρένες, με τα οποία γίνονταν η συγκοινωνία των κατοίκων των χωριών στις δύο όχθες του Έβρου. Με τα καράβια αυτά πήγαιναν οι κάτοικοι των Λαβάρων στην αντίπερα όχθη για να καλλιεργούν τα χωράφια τους. Γίνονταν όμως με τα Σάλια και η διακίνηση των προϊόντων δια μέσου του Έβρου ποταμού, από την Αίνο κάτω στη θάλασσα μέχρι τη Φιλιππούπολη που είναι σήμερα στο κέντρο της Βουλγαρίας. Κι’ εδώ στα Λάβαρα, την Εβρίτικη αυτή Ναύπακτο, εκτός από τα συνεργεία κατασκευής αυτών των καραβιών, υπήρχε και σταθμός εκφόρτωσης των εμπορευμάτων και μεταφόρτωσης σε καραβάνια από καμήλες που διακινούνταν στο εσωτερικό της Θράκης, θυμούνται ακόμα πολλοί, αυτό το κατάλυμα για τις καμήλες το “Ντεβέ κονάκ”, όπως το έλεγαν.

Από τα Σάλια λοιπόν, τα ποταμόπλοια, πήρε το χωριό την ονομασία Σαλτήκιοϊ κατά μία εκδοχή. Ίσως όμως, όπως αναγράφεται στην ιστορία του σχολείου του χωριού, η ονομασία του να προήλθε από την τουρκική λέξη “Σαλ” που σημαίνει ελεύθερος-αδέσμευτος γιατί οι κάτοικοι ήταν απαλλαγμένοι από την κρατική φορολογία και την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας. Κι’ αυτό διότι τους είχε ανατεθεί η φροντίδα των αλόγων για τους σταύλους των σουλτανικών ανακτόρων. Σώζεται στο αρχείο της Κοινότητας σχετικό Σουλτανικό φιρμάνι του Μαχμούτ του Β’. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι κάτοικοι του χωριού απολάμβαναν από το 1720 σχετικής ελευθερίας από τις τουρκικές αρχές. Δεν έχασαν όμως με την ιδιότητα τους αυτή, οι κάτοικοι τούτου του χωριού ούτε τη χριστιανική τους πίστη ούτε το ελεύθερο τους φρόνημα. Και τα έδειξαν και τα δύο έμπρακτα στο μεγάλο αγώνα του 1821. Εδώ, στη Θράκη, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, την έδρα του Τουρκικού κράτους με τ’ άφθονα στρατεύματα και τους πυκνούς τουρκικούς πληθυσμούς, οι Έλληνες κάτοικοι του Σαλτήκιοΐ, τον Μάη του 1821, χτύπησαν τουρκικό στρατιωτικό τμήμα στην ορεινή τους περιοχή και το εξόντωσαν. Η παράδοση αυτή που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και διασώθηκε από την πέννα του Λαβαριώτη συγγραφέα Απόστολου Ευθυμιάδη, μιλά για τη συμμετοχή στον αγώνα αυτό και των γυναικών, που μετέφεραν στους άντρες και τους αδελφούς τους, τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Και για να τιμήσουν τη νίκη τους εκείνη οι κάτοικοι του χωριού ανήγειραν το 1834 την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που πανηγυρίζει στις 2 Μαΐου ημέρα της μάχης.

Το 1920 μετά την απελευθέρωση της Θράκης η επιτροπή μετονομασιών έδωσε στο χωριό το όνομα Λάβαρα σε ανάμνηση του επαναστατικού ξεσηκώματος των κατοίκων του.

Μια γενιά μετά τους πολεμιστές του ’21, και πάλι οι σκληροτράχηλοι και φιλελεύθεροι κάτοικοι των Λαβάρων ξανοίγονται σε καινούριους αγώνες και τα κατορθώματα τους γίνονται τραγούδια στο στόμα του λαού.

Ιδιαίτερα αναφέρουν οι αναμνήσεις των παλιότερων έναν επώνυμο ήρωα, τον καπετάν Βαγγέλη Ματσιάνη, ο οποίος έδρασε τις τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα.

Διαβάζω τη βιογραφία του από το Θρακικό ημερολόγιο που εξέδωσε η ΝΕΛΕ Νομού Έβρου το 1973 κι’ από κείμενο που έγραψε ο Λαβαριώτης συγγραφέας Απόστολος Ευθυμιάδης:

“Ο καπετάν Βαγγέλης Ματσιάνης εγεννήθη το 1845… και από της εφηβικής ηλικίας του διεκρίνετο μεταξύ των ομηλίκων συγχωριανών του δια το ήθος του, την σύνεσίν του, την εργατικότητά του και προ πάντων δια την ανδρείαν του… Εξ αφορμής της αγροίκου και βαρβάρου συμπεριφοράς δύο Τούρκων… οι οποίοι ήρπασαν την προίκα των προς γάμον προπαρασκευαζομένων αδελφών του και ηπείλησαν την ζωήν του, εφόνευσεν αμφοτέρους και μετά ταύτα εγκατέλειψεν την γεννέτειράν του και ενετάγη εις Ελληνικήν ένοπλον ομάδα η οποία έδρα κατά την εποχήν εκείνην εις την περιοχήν της Γκίμπραινας. Λόγω της ανδρείας του και των ηγετικών του προσόντων… εξελέγη εντός βραχέος χρόνου υπαρχηγός της ομάδας και μετά τον επισυμβάντα εις τίνα συμπλοκήν… φόνον του αρχηγού της ομάδος, ανέλαβε την αρχηγίαν αυτής… Ο καπετάν Βαγγέλης… ανέπτυξεν μεγάλην εθνικήν δράσιν και επετέλεσεν πρωτοφανείς άθλους εις την Θράκην επί μίαν εικοσαετίαν… Η λαϊκή μούσα εξύμνησεν την ζωήν και τους άθλους του καπετάν Βαγγέλη και εθρήνησε τον θάνατόν του δια πολλών ασμάτων”.

Οι δάσκαλοι του χωριού των Λαβάρων κοντά στην άλλη ιστορική και λαογραφική ύλη που συγκέντρωσαν κατέγραψαν και το δημοτικό τραγούδι αυτού του Θρακιώτη καπετάνιου.

“Δώδικα χρόνια στην κλεψιά στα έρημα τα ξένα

και στης Ρωσίας τον καιρό Βαγγέλ’ς στο σπίτ’ πααίνει.

Κάτσι μια μέρα κάτσι δυό, έκατσι τρείς βδουμάδις

Πήρι Ρωσία για να φυγ’ Βαγγέλ’ς παίρνει και φεύγει.

Κάτσι Βαγγέλη μ’ στου κοντά μ’ και δ’λέψε στις δουλειές μας

κι θα σι αρραβουνιάσουμι κι γω θα σι πάντρεψου,

Δε θέλω γω ραβώνιασμα κι γ’ναίκα ντιπ δε θέλου

μεν’ αραβουνιαστικιά μ’ είν του σπαθί κι του ντουφέκι μ’ γ’ναίκα.

…………………………………………………………………………

Κεφαλοχώρι είναι και σήμερα τα Λάβαρα. Με τα παλιά του σπίτια που διέτρεφαν κάποτε τα μεταξοσκούληκα, ανάμνηση πια των ώριμων στην ηλικία, με την ωραία πλατεία του, τα πολλά μαγαζιά και τα κρεοπωλεία με τα ξακουστά λουκάνικα. Στενό δρομάκι στη νότια άκρη της πλατείας οδηγεί στη παλιά εκκλησία του Αη-θανάση, το αφιέρωμα των χωρικών για τη νικηφόρα μάχη του 1821. Είναι κτισμένη μέσα στη ρεματιά, κρυφά κι’ απόμερα για να μην αποτελεί πρόκληση στα μάτια του κατακτητή.

Παλιά ξυλόστεγη βασιλική είναι ο Αη-Θανάσης και πετροχτισμένη. Πελώριοι κορμοί δέντρων τα δοκάρια που στηρίζουν τους τοίχους. Επάνω από την κεντρική είσοδο είναι η δυσανάγνωστη με βυζαντινά γράμματα επιγραφή:ΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

ΣΑΛΤΗΚΙ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ

ΜΕ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΤΑΤΟΥ ΜΗΤ/ΤΟΥ ΔΙΔΥΜΟ

ΤΕΙΧΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΔΕ ΚΑΙ

ΔΑΠΑΝΗΣ ΤΩΝ ΤΕ ΤΣΟΡΜΠΑΤΖΗΔΩΝ ΚΑΙ

ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΥΤΩΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1834

ΚΕ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 24 ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΛΦΑ Ταφόπετρες πίσω απ’ το ιερό επιτύμβιες, με δυσανάγνωστες επιγραφές και ημερομηνίες πριν από ενάμισυ αιώνα, είναι τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας του παρελθόντος. Πίσω το ρέμα και οι παλιές βρύσες. Από τη βορινή πλευρά η απότομη πλαγιά του υψώματος. Μπροστά απ’ την είσοδο της εκκκλησίας βρίσκονται πεσμένα τα παλιά σκαλιστά μαρμάρινα μανουάλια που χρησιμεύουν να συγκρατούν τα χώματα από τα νερά της βροχής.

Πίσω από τα υψώματα είναι η μεγάλη ρεματιά. Στην πλαγιά της πορεύεται αγροτικός δρόμος που φέρνει στους νερόμυλους και στα παλιά ξωκκλήσια. Ίχνη κτισμάτων μεγάλου πάχους βρίσκονται εδώ και οι παλιότεροι ιστορούν γι’ αρχαίους τάφους με σκελετούς γιγάντων. Δυο παλιές δεξαμενές νερού βρέθηκαν κοντά στο ρέμα και δικαιολογούν την ονομασία της περιοχής, Βιστέρνα, από τη λατινική Bis Sterna, Διπλή Δεξαμενή δηλαδή. Η ονομασία αυτή που μπορεί να έρχεται το αργότερο από τους χρόνους του πριν από τον Ηράκλειο λατινόφωνου Βυζάντιου είναι ένδειξη της αρχαιότητας του χωριού.

Νεότερα κτίσματα στην απέναντι πλευρά της ρεματιάς είναι οι παλιοί νερόμυλοι με τα ξύλινα κανάλια να ξεχωρίζουν, απόμαχοι κι’ αυτοί της παλιάς ζωής και σιωπηροί μάρτυρες των περασμένων.

Κάτω το χωριό απλώνεται στις πλαγιές των λόφων και στο πλάτωμα του κάμπου. Ο αχός της κυκλοφορίας του μεγάλου δρόμου ανακαλεί στην πραγματικότητα για τη συνέχιση του μεγάλου ταξιδιού.

Κισσάριο λέγεται το μικρό χωριό που γειτονεύει με τα Λάβαρα. Είναι το Χισαρτζήκ του Εβλιγιά Τσελεμπή, δηλαδή το Μικρό Φρούριο, όπως μεταφράζεται στα ελληνικά και είναι μια υπόμνηση της παλιάς του ιστορίας.

Hello world!

March 18, 2008

Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!